Η Ελληνική υπόθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης

Η νομική πτυχή της υπόθεσης: Οι διακρατικές προσφυγές ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Η ελληνική υπόθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης έχει δύο πτυχές: την πολιτική, η οποία συνίσταται στην εξέταση της υπόθεσης από τα πολιτικά όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη νομική, η οποία περιλαμβάνει τις διακρατικές προσφυγές των ετών 1967 (Α) και 1970 (Β) ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Α. Η Πρώτη Ελληνική Υπόθεση (The First Greek Case) ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στις 20.9.1967,η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία προσέφυγαν κατά της ελληνικής κυβέρνησης κατηγορώντας την για την παραβίαση των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ λίγες ημέρες μετά, στις 27.9.1967, η Ολλανδία άσκησε νέα προσφυγή κατά της Ελλάδας.

Τα προσφεύγοντα κράτη, μεταξύ άλλων, κατήγγειλαν την ελληνική κυβέρνηση για την αναστολή σειράς διατάξεων του Συντάγματος του 1952, την απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων και την αναστολή των προγραμματισθέντων για τις 28.5.1967 εκλογών, την εγκαθίδρυση έκτακτων στρατοδικείων, την αυθαίρετη φυλάκιση αντιφρονούντων, την λογοκρισία στον τύπο καθώς και περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους στη δήλωση παρέκκλισης που είχε καταθέσει η ελληνική κυβέρνηση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης δυνάμει του άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν ήταν συμβατή με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Με την πρώτη απόφαση επί του παραδεκτού, στις 24.1.1968, η Επιτροπή έκρινε παραδεκτές τις προσφυγές, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι μια επαναστατική κυβέρνηση, όπως αυτή που προέκυψε από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, δεν ελέγχεται για τις πράξεις της που αποσκοπούν στη διατήρηση της εξουσίας και κρίνοντας ότι η παράλληλη εξέταση της ελληνικής υπόθεσης από τα πολιτικά όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν συνιστούσε εμπόδιο στην άσκηση της αρμοδιότητάς της.

 Περαιτέρω η Επιτροπή έκρινε ότι σε διακρατικές προσφυγές που έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο της συμβατότητας των ληφθέντων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν εφαρμόζεται η προϋπόθεση της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων.

Με νεώτερη απόφαση επί του παραδεκτού, στις 31.5.1968,η Επιτροπή έκανε δεκτή την επέκταση της αρχικής προσφυγής της 20.9.1967 με την προσθήκη νέων βάσεων που αφορούσαν σε παραβιάσεις των άρθρων 3 και 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των άρθρων 1 και 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.

Η Επιτροπή επί της ουσίας έκρινε ότι ο δημόσιος κίνδυνος που απειλεί τη ζωή του έθνους πρέπει να είναι άμεσος και επικείμενος, να έχει επιπτώσεις σε όλο το έθνος, να απειλεί τη συνέχιση της οργανωμένης ζωής της κοινωνίας και να έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι επικρατούσες στη χώρα συνθήκες κατά την 21ηΑπριλίου, αλλά και μετά την ημερομηνία αυτή, δεν δικαιολογούσαν την παρέκκλιση από τις διατάξεις της Σύμβασης κατ’ επίκληση του άρθρου 15. Επίσης η Επιτροπή διαπίστωσε παραβίαση από την ελληνική Κυβέρνηση των άρθρων 3, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Β. Η Δεύτερη Ελληνική Υπόθεση ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Στις 10.4.1970, η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία κατέθεσαν νέα προσφυγή κατά της ελληνικής κυβέρνησης, που είχε αυτή τη φορά ως αντικείμενο μια εκκρεμούσα ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών δίκη τριάντα τεσσάρων αντιφρονούντων και αφορούσε σε παραβιάσεις των άρθρων 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στις δύο αποφάσεις της επί του παραδεκτού (από 26.5.1970 και 16.7.1970), η Επιτροπή δέχτηκε ότι διαθέτει αρμοδιότητα ratione temporis για την εξέταση της προσφυγής, παρά την καταγγελία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από την ελληνική κυβέρνηση, κρίνοντας ότι η τελευταία εξακολουθούσε να δεσμεύεται από τις διατάξεις της Σύμβασης μέχρι την ενεργοποίηση της καταγγελίας (δηλαδή έως τις 13.6.1970) και απορρίπτοντας την ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων.

Λαμβάνοντας πάντως υπόψη τις αντικειμενικές δυσκολίες που προέκυψαν λόγω της οικειοθελούς και εσπευσμένης αποχώρησης της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης (12.12.1969), η Επιτροπή, στην από 5.10.1970 ενδιάμεση Έκθεση προς την Επιτροπή Υπουργών, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η Επιτροπή Υπουργών αποφάσισε τελικά να λάβει υπόψη την εν λόγω εισήγηση της Επιτροπής, τον Μάρτιο του 1971.

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, η Ελλάδα, στις 28.11.1974, επέστρεψε στο Συμβούλιο της Ευρώπης ως πλήρες μέλος.Υπό το φως των εξελίξεων αυτών, και λαμβάνοντας υπόψη το κοινό αίτημα των τριών προσφευγόντων κρατών, καθώς και της δημοκρατικά εκλεγμένηςΚυβέρνησης της Ελλάδας, η Επιτροπή, στην Έκθεση της 4.10.1976, αποφάσισε το κλείσιμο της υπόθεσης και τη διαγραφή της προσφυγής από το πινάκιο.